Κοιμότανε κάτω από το δέντρο ο κυνηγός
Και το κεφάλι του ελαφιού στα πόδια του.
Λίγη στάχτη είχε κλείσει την πληγή
Κι άλλη μέσα στο σάκο βαλσάμωνε
Το γρήγορο σώμα.
Μ’ όλο που στ’ όνειρό του ψιλόβρεχε
Κι έλιωνε το δάσος φύλλο φύλλο,
Το ζώο έτρεχε ολοζώντανο
Πάνω στα μισολιωμένα χιόνια.
Κάθε ψυχή είχε βρει τον τόπο της.
Κάθε πουλί ένα ταίρι.
Κι όπως ρουφούσε τις δυνάμεις του η ανάπαυση
Και διαλυόταν σαν την ψίχα του ψωμιού
Στο ρεύμα του ύπνου η συνείδησή του,
Πείνασε το πανέμορφό του θύμα, στράφηκε
Κι άρχισε να βοσκά το λήθαργό του.
Αν λοιπόν σηκωθείς μέσα στις στάχτες
Κι ο σάκος κλείνει από πάνω σου κι αισθάνεσαι
Ν’ ανοίγουν κάπου αλλού τα μάτια σου
Κι όχι εδώ, μες στο περίκλειστο σκοτάδι,
Στην πίκρα, στην οργή, στο παράπονο
Μην παραδίνεσαι ακόμη.
Το θέαμα δες: κοιμάται ο κόσμος.
Άνθρωποι και δέντρα και πετούμενα.
Τη βροχούλα, αληθινή και χρήσιμη,
Νομίζει ότι την ονειρεύεται.
Νομίζει ότι μπορεί ν’ αναπαυτεί
Μετά το φόνο.
Κι ό,τι διαιρέθηκε, ενώ ήταν ένα,
Όσα τα χώρισε το μαχαίρι,
Νομίζει ότι θα παραχώσει.
Κι ας σπρώχνει η θλίψη με τα κέρατά της
Όλο πιο πέρα τα παραπετάσματα.
Να μην παραδοθείς, να μην πεθάνεις.
Τάχα οι άνθρωποι έχουνε το δίκιο
Ή οι σκιές των ονείρων τους…
Τάχα θα μας δικάσει άγρυπνη όραση
Ή μόνοι, πατώντας στα δάχτυλα,
Τον ύπνο το βαθύ θα διασχίσουμε
Προς την ερχόμενη μέρα…
Dimitra Christodoulou ( Δημητρα Χριστοδουλου ) (Atenas, Grecia, 1953). Docente de escuela. Poeta.